Εγώ, ένας άλλος

Πασχαλινό διήγημα αφιερωμένο στους Άλλους του «Δικτύου Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ηρακλείου».

Ένιωθε μόνος. Ήταν, πράγματι, μόνος; Που ήταν οι Άλλοι; Τόσο καιρό, που νόμιζε πως τα είχε όλα, ωστόσο, πάντα, σαν να του έλειπε κάτι. Δεν ήξερε τι. Ο ήλιος έξω έπεφτε κάθετα. Κανείς, πια, δεν μπορούσε να κρυφτεί στην σκιά του. Είχε ανάγκη ένα σημάδι. Ένα κάτι. Βγήκε αποφασιστικά έξω. Έκλεισε την πόρτα. Κλείδωσε. Τ’ άφησε πίσω του. Ξένα.

Πηγαίνει με τα πόδια. Έχει δρόμο πολύ να κάνει. Δεν ξέρει, καν, τον δρόμο. Νιώθει μόνος. Είναι, πράγματι, μόνος; Τα ‘χει βάλει με τον Ουρανό. Ήτανε πάντα το αποκούμπι του. Είχε μάθει να περιμένει από κει ένα σημάδι, ένα κάτι. Και ας μην ήξερε τι. Σηκώνει το κεφάλι και απειλεί. Ή παρακαλεί. Δεν καλοφαίνεται.

  • Πρόσεχε Ουρανέ. Μην πεις το ΝΑΙ. Κι έχει απομείνει ορφανή η Ομορφιά. Μες στα ερείπια. Μες στο αίμα. Να κοιτά…, Ουρανέ. 

Κοιτάει τριγύρω. Όση Ομορφιά είχε απομείνει αξόδευτη είχε γυρίσει σε Άδικο. Και οι καρδιές των ανθρώπων με το αίμα πικρό απ’ τη χολή. Με χολή δεν είχαν ποτίσει, τέτοιους καιρούς, και τον Άλλον; Και του Αγίου Απριλίου τ’ ανθάκια είχανε βάψει μαβιά τα χείλη τους. Επιστροφή δεν είχε το Άδικο, μα ούτε και δρόμο. Και ήξερε πως είχε πολύ δρόμο ακόμα. Και δεν ήξερε, καν, τον δρόμο. Πρώτη φορά. Κάθε τόσο σήκωνε το κεφάλι. Ένα σημάδι, ένα κάτι. Και παρακαλούσε. Σαν να απειλούσε. Δεν καλοφαινόταν.

  • Πρόσεχε Ουρανέ. Μην πεις το ΝΑΙ. Σαν εννοήσουν οι θνητοί πως γίνεται χωρίς Αυτήν κι αυτοί χωρίς Εσέ, θα βάψουν με το αίμα Της το μπλε, Ουρανέ.

Που είναι οι Άνθρωποι; Που είναι οι Θεοί; Νιώθει μόνος. Είναι, πράγματι, μόνος; Πάει να βρει τους Άλλους. Μα που είναι οι Άλλοι; Τους είχανε κρύψει; Αυτός δεν τους έβλεπε; Είχανε κρυφτεί; Πήγαινε να τους βρει. Τα ’χε βάλει με τον Ουρανό. Ένα σημάδι. Ένα κάτι.

  • Πρόσεχε Ουρανέ. Μην πεις το ΝΑΙ. Γιατί σαν νιώσουν τα παιδιά πως γίνεται χωρίς Αυτήν κι αυτά χωρίς Εσέ, θα αποστρέψουνε το βλέμμα, Ουρανέ. 

Πέρασε η ώρα. Ο ήλιος είχε κάνει τη δουλειά του. Θες με τις απειλές, θες με τα παρακάλια, ίσως κι από τον δρόμο τον πολύ, στραφτάλισε στα μάτια του ένα αστέρι. Κάτι σαν πέντε Α μπερδεμένα. Το σημάδι. Το κάτι που περίμενε. Ήταν στον Ουρανό; Ήταν μόνο στο βλέμμα του; Δεν ξεκαθάρισε. Το διάβασε με ευκολία. Είχε μάθει να διαβάζει τον Ουρανό και τα βλέμματα, αφότου ξέμαθε να διαβάζει τον κόσμο. Αγάπη, Αλήθεια, Αξιοπρέπεια, Αλληλεγγύη, Αντίσταση, τα πέντε άλφα του. Μάλλον πως ήτανε στον σωστό δρόμο. Μάλλον πως κάπου θα έβγαζε. Συνέχισε να βαδίζει μόνος. Στο σκοτάδι της Έρημης Χώρας του. Με τις τεράστιες πατούσες του πατώντας τη γη. Άφηνε ξοπίσω του τα στερνά της καλοσύνης του ίχνη. Στους τυφλούς των Ανθρώπων να σταθούν οδηγοί. Μόνος. Με την καρδιά πυρακτωμένη στο δεξί, να εκπέμπει φως υπέρυθρης αγάπης, και να οδηγάει τον νου στα μη ορατά. Να στραφταλίζει αλλόκοτα μες στο σκοτάδι. Και ν’ αναπαρθενεύει τη ζωή απ’ άκρη σ’ άκρη. Ο Έρωτας του είχε φέρει τον κόσμο, ακόμη μια φορά. Έτσι είχε πορευτεί, τέτοιους καιρούς κι ο Μέγας Άλλος.

Έφτασε. Άνοιξη καιρός. Πασχαλιάτικα. Κόσμος πολύς μέσα. Ανάβανε το βλέμμα τους ο ένας από τον άλλο. Είχανε ήδη αναλάβει τον Μεγάλο Ξένο, τον Μεγάλο Άλλο. Κάνανε, ήδη, την Ανάσταση (τους). Στην ώρα Της. Και στον Τόπο Της. Ιερουργούσανε οι ίδιοι. Περνώντας το κατώφλι, πρόσεξε με την άκρη του ματιού του την επιγραφή στο επίθυρο: «Δίκτυο Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ηρακλείου».
Δεν ένιωθε, πια, μόνος. Ένιωθε Άλλος. Ένιωθε σαν τους Άλλους. Ένιωθε αλλιώτικα. Έπιασε να ψάλει. Μαζί τους.

  • Πρόσεχε Ουρανέ. Μην πεις το ΝΑΙ.

Δίκτυο Κοινωνικής Αλληλεγγύης